
Επιστημονική Ημερίδα της Ε.Δ.Ε.

στο πλαίσιο του 37ου
Ετήσιου Πανελληνίου
Ιατρικού Συνεδρίου
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΣΤΑΜΑΤΑΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ !
16-20 Μαρτίου 2011
Ξενοδοχείο HILTON, Αθήνα
Πληροφορίες : www.12synedrioede2011.gr
Υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά επίπεδα και καρδιαγγειακός κίνδυνος: προχωρώντας πέρα από την κατηγοριοποίηση στον εξατομικευμένο υπολογισμό του κινδύνου
Non-diabetic hyperglycaemia and cardiovascular risk: moving beyond categorisation to individual interpretation of absolute risk.
P. Chamnan, R. K. Simmons, R. Jackson, K. T. Khaw, N. J. Wareham and S. J. Griffin.
Diabetologia, DOI: 10.1007/s00125-010-1914-6
Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
Η υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά επίπεδα συνήθως είτε δεν υπολογίζεται καθόλου όταν γίνεται προσπάθεια ποσοτικοποίησης του καρδιαγγειακού κινδύνου είτε εκτιμάται ως διχοτόμος (ναι ή όχι κίνδυνος) αποκομμένη από άλλους παράγοντες. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η υπεργλυκαιμία πρέπει να θεωρείται ως συνεχής μεταβλητή σχετικά με τον κίνδυνο που επιφέρει και ότι πρέπει πάντα να εξετάζεται στα πλαίσια όλων των άλλων παραγόντων αγγειακού κινδύνου. Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η πιθανή επίδραση της υπεργλυκαιμίας στον κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακού νοσήματος (CVD). Υπολογίστηκε ο απόλυτος καρδιαγγειακός κίνδυνος σε ομάδες ατόμων που διαχωρίστηκαν με βάση τα διαφορετικά επίπεδα HbA1c και άλλων παραγόντων κινδύνου για CVD. Χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα από 10.144 άνδρες και γυναίκες από την European Prospective Investigation of Cancer-Norfolk (EPIC) μελέτη για τον υπολογισμό του κινδύνου ανάπτυξης CVD σ’ όλα τα επίπεδα HbA1c σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου για CVD. Βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στη συχνότητα CVD στα διάφορα επίπεδα HbA1c σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου για CVD. Η συχνότητα CVD για άτομα που δεν είχαν διαβήτη και είχαν HbA1c <5.5% αύξανε από 0,6 (95% CI 0,3–1,2) έως 29,6 (95% CI 14,8–59,1) ανά 1.000 άνθρωπο-έτη όταν οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου προσετίθεντο στην ομάδα αναφοράς, δηλαδή αυτή που είχε το μικρότερο κίνδυνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα άτομα που δεν είχαν διαβήτη και είχαν HbA1c <5,5% και υψηλές τιμές των άλλων παραγόντων κινδύνου, είχαν σημαντικά υψηλότερη συχνότητα CVD από τα άτομα με HbA1c 6,0% – 6,4% αλλά χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου (29,6 [95% CI 14,8–59,1] και 2,5 [95% CI 0,4–18,1], αντίστοιχα). Η ύπαρξη διαβήτη αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο CVD σε σχέση με την υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά όρια. Σύγκριση της συχνότητας CVD διαμέσου των τριτημορίων του λόγου ολικής προς HDL-χοληστερόλη ή των τριτημορίων της μέσης συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου έδειξε παραπλήσια αποτελέσματα. Με βάση τα παραπάνω, οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε άτομα με υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά όρια, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος εξαρτάται πολύ από την παρουσία άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου. Άρα πρέπει να δίνεται προσοχή όχι στο αν ένα άτομο έχει «προδιαβήτη», «υπέρταση» ή «δυσλιπιδαιμία», αλλά στη συνολική εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, που βασίζεται στο συνδυασμό των παραγόντων κινδύνου που διαθέτει.
Σχόλιο μεταφραστή: Σοφόν το σαφές. Απόδειξη του προφανούς.
Η διατήρηση της φυσικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα για περισσότερο από 20 χρόνια και η αύξηση του βάρους.
Maintaining a High Physical Activity Level Over 20 Years and Weight Gain.
Hankinson Α, Daviglus M, Bouchard C, Carnethon M, Lewis C, Schreiner P, Liu K, Sidney S.
JAMA 2010; 304: 2603-10.
Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα που να υποστηρίζουν τις κατευθυντήριες οδηγίες για την φυσική δραστηριότητα με σκοπό την μακροχρόνια πρόληψη της αύξησης του σωματικού βάρους, ιδίως για την περίοδο που ο κίνδυνος για την αύξηση αυτή είναι μεγαλύτερος. Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η σχέση μεταξύ των επιπέδων τακτικής φυσικής δραστηριότητας και των μεταβολών του ΒΜΙ και της περιμέτρου μέσης, σε μια περίοδο 20 ετών. Η μελέτη Coronary Artery Risk Development in Young Adults (CARDIA) είναι μία προοπτική μελέτη με διάρκεια παρακολούθησης 20 ετών, 1985-1986 έως 2005-2006. Ως τακτική φυσική δραστηριότητα ορίστηκε η διατήρηση υψηλού, μετρίου ή χαμηλού επιπέδου άσκησης, με βάση τα ανάλογα με το φύλο τεταρτημόρια επιπέδων άσκησης κατά την ένταξη στη μελέτη. Οι συμμετέχοντες ήταν 3554 άτομα 18 έως 30 ετών κατά την ένταξη. Υπολογίστηκαν οι μέσες ετήσιες μεταβολές στο BMI και την περίμετρο μέσης. Μετά 20 έτη, η διατήρηση υψηλού επιπέδου φυσικής δραστηριότητας συσχετιζόταν με μικρότερη αύξηση στο BMI και την περίμετρο μέσης σε σύγκριση με την χαμηλού επιπέδου άσκηση, μετά εξομοίωση για φυλή, BMI κατά την ένταξη, ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ και συνολική πρόσληψη θερμίδων. Οι άνδρες που διατήρησαν υψηλού επιπέδου φυσική δραστηριότητα αύξησαν το βάρος τους κατά 2,6 κιλά λιγότερο το χρόνο (+0.15 μονάδες BMI, 95% CI, 0,11-0,18 έναντι +0,20 στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,17-0,23). Τα αντίστοιχα νούμερα για τις γυναίκες ήταν 6,1 κιλά λιγότερο το χρόνο (+0.17 μονάδες BMI, 95% CI, 0,12-0,21 έναντι +0,30 στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,25-0,34). Οι άνδρες που διατήρησαν υψηλού επιπέδου φυσική δραστηριότητα αύξησαν την περίμετρο μέσης κατά 3,1 εκατοστά λιγότερο το χρόνο (+0,52 cm, 95% CI, 0,43-0,61 cm έναντι 0,67 cm στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,60-0,75 cm). Τα αντίστοιχα νούμερα για τις γυναίκες ήταν 3,8 εκατοστά λιγότερα το χρόνο (+0,49 cm, 95% CI, 0,39-0,58 cm έναντι 0,67 cm στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,60-0,75 cm). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση της φυσικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια της νεότητας μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερη αύξηση του βάρους στη μέση ηλικία, ιδίως στις γυναίκες.
Σημείωση μεταφραστή: Εύκολοι, γνωστοί αλλά παραγνωρισμένοι τρόποι διατήρησης της υγείας, τους οποίους οφείλουμε να προβάλλουμε ιδίως στους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες.
Η επίδραση της μείωσης των επιπέδων της ομοκυστεϊνης με βιταμίνες του συμπλέγματος Β επί της καρδιαγγειακής νόσου, του καρκίνου και της γενικής θνησιμότητας. Μετα-ανάλυση 8 τυχαιοποιημένων μελετών με 37.485 ασθενείς.
Effects of Lowering Homocysteine Levels With B Vitamins on Cardiovascular Disease, Cancer, and Cause-Specific Mortality. Meta-analysis of 8 Randomized Trials Involving 37 485 Individuals.
Clarke R, Halsey J, Lewington S, et al for the B-Vitamin Treatment Trialists’ Collaboration.
Arch Intern Med. 2010;170(18):1622-1631.
Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
Τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεϊνης πλάσματος έχουν συσχετιστεί με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι εξακριβωμένη η επίδραση της χορήγησης συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος με σκοπό τη μείωση των επιπέδων ομοκυστεϊνης επί της νοσηρότητας. Χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα 37.485 ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακού νοσήματος από 8 τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες χορήγησης συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος για να γίνει μία μετα-ανάλυση. Εκτιμήθηκε η εμφάνιση του πρώτου επεισοδίου καρδιαγγειακής νοσηρότητας, καρκίνου ή θανάτου. Παρουσιάστηκαν 9.326 μείζονα αγγειακά συμβάματα (3990 μείζονα στεφανιαία συμβάματα, 1528 αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και 5068 επαναγγειώσεις), 3010 καρκίνοι και 5125 θάνατοι. Η χρήση φυλλικού οξέος οδήγησε σε μείωση των επιπέδων ομοκυστεϊνης κατά 25%. Κατά τη διάρκεια διάμεσης παρακολούθησης 5 ετών, η allocation φυλλικού οξέος δεν είχε σημαντική επίδραση στα καρδιαγγειακά συμβάματα: σχετικός κίνδυνος (95% confidence intervals) τάξεως 1.01 (0.97-1.05) για μείζονα αγγειακά συμβάματα, 1.03 (0.97-1.10) για μείζονα στεφανιαία συμβάματα και 0.96 (0.87-1.06) για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ομοίως, δεν υπήρχαν σημαντικές επιδράσεις στην έκβαση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε καμία από τις υποομάδες ούτε καμία επίδραση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Δεν φάνηκε σημαντική επίδραση ούτε στον κίνδυνο επίπτωσης καρκίνου 1.05 [0.98-1.13], ούτε στη θνησιμότητα από καρκίνο 1.00 [0.85-1.18], ούτε στη γενική θνησιμότητα 1.02 [0.97-1.08] τόσο κατά τη διάρκεια των μελετών όσο και τα χρόνια μετά. Οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος με σκοπό τη μείωση των επιπέδων της ομοκυστεϊνης δεν είχε σημαντική επίδραση κατά τη διάρκεια 5 ετών στα καρδιαγγειακά συμβάματα, στη νοσηρότητα από καρκίνο και στη γενική θνησιμότητα στους πληθυσμούς που μελετήθηκαν.
12ο Πανελλήνιο Διαβητολογικό Συνέδριο Ε.Δ.Ε.

ΣΤΑΜΑΤΑΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ !
16-20 Μαρτίου 2011
Ξενοδοχείο HILTON, Αθήνα
Πληροφορίες : www.12synedrioede2011.gr



